Τα παιδιά «μαθαίνουν καλύτερα» σε 13 σχολικά συγκροτήματα του Δήμου Αθηναίων

Το πιστεύετε ότι υπάρχουν παιδιά που δεν γκρινιάζουν για το σχολείο τους; Να το πιστέψετε, γιατί πρόκειται για 3.700 μαθητές που φοιτούν σε 24 σχολεία που ο δήμος Αθηναίων ενέταξε στο πρόγραμμα «Έτσι Μαθαίνω Καλύτερα». Μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις 16 μηνών, 13 σχολικά συγκροτήματά του που φιλοξενούν 24 σχολεία, στην κυριολεξία μεταμορφώθηκαν.

Βρεφονηπιακοί σταθμοί, Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια σε όλες τις Δημοτικές Κοινότητες του δήμου αναβαθμίστηκαν και συνεχίζουν να αναβαθμίζονται σε πρότυπα περιβάλλοντα μάθησης, με την ενεργή συμμετοχή αρχιτεκτόνων, δασκάλων, μαθητών όλων των τάξεων και γονέων σε κοινές δράσεις, δίνοντας σε όλους έναν σπουδαίο λόγο να νιώθουν περήφανοι για το σχολείο τους.

Το πρόγραμμα «Έτσι Μαθαίνω Καλύτερα» του Δήμου Αθηναίων εφαρμόζει και αξιολογεί σε βάθος χρόνου παρεμβάσεις εξέλιξης του χώρου εκπαίδευσης, με σκοπό την ενίσχυση της μαθησιακής εμπειρίας.

Έχει σχεδιαστεί και αξιολογείται σε συνεργασία με το εργαστήριο «Μεταβαλλόμενης Αρχιτεκτονικής, Κινητικών Συστημάτων και Ευφυών Περιβαλλόντων» της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Πολυτεχνείο Κρήτης και του Urban Labs του University of Chicago. Υλοποιείται με την υποστήριξη του Athens Partnership (Συμμαχία για την Αθήνα), το οποίο εδώ και δύο χρόνια προωθεί συνεργασίες με μεγάλο αντίκτυπο μεταξύ του Δήμου Αθηναίων και του ιδιωτικού τομέα, αξιοποιώντας τους πόρους και τις δυνάμεις και των δύο. Η χρηματοδότηση και η υλική υποστήριξη παρέχονται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), σε συνεργασία με τη διεύθυνση και εκπαιδευτικούς του σχολείου, τους γονείς και την Διεύθυνση Σχολικών Κτιρίων του Δήμου Αθηναίων. Το πρόγραμμα επιδιώκει τον «παιδαγωγικό ανασχεδιασμό» του σχολικού χώρου, με γνώμονα τη χωρική και παιδαγωγική ευελιξία και στόχο την ανάδειξή του σε σχολικό κτίριο-πρότυπο μάθησης και ανάπτυξης του παιδιού.

Από τον Απρίλιο του 2016, μια διεπιστημονική ομάδα αποτελούμενη από αρχιτέκτονες, ψυχολόγους και παιδαγωγούς ήρθε σε επαφή με τις σχολικές κοινότητες όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης που ανήκουν χωροταξικά και στα επτά δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων. Ο Δήμος, από την πλευρά του, ενέταξε στο πρόγραμμα 13 σχολικά συγκροτήματά του που φιλοξενούν 24 σχολεία της πόλης (Βρεφονηπιακούς σταθμούς, Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια), τα οποία μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις 16 μηνών μεταμορφώθηκαν και συνεχίζουν να αναβαθμίζονται σε πρότυπα περιβάλλοντα μάθησης, με την ενεργό συμμετοχή αρχιτεκτόνων, δασκάλων, μαθητών όλων των τάξεων και γονέων σε κοινές δράσεις.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία, για την οποία ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, με αφορμή το τέλος του περσινού σχολικού έτους, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει ως «ένα από τα πιο καινοτόμα, πρωτοποριακά και ουσιαστικά έργα που έχουν πραγματοποιηθεί την τελευταία δεκαετία στον χώρο της εκπαίδευσης στην Ελλάδα».

Στην πράξη, το «Έτσι Μαθαίνω Καλύτερα» αποτελείται από: α) αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις (τεχνικές εργασίες ανακαίνισης μεγάλης κλίμακας στα σχολεία του προγράμματος), β) εκπαιδότοπους (νέοι χώροι και στοιχεία εκπαιδευτικού εξοπλισμού στο σχολικό περιβάλλον που ευνοούν τη δημιουργική ενεργοποίηση όλης της σχολικής κοινότητας, ενισχύοντας την επικοινωνία και την εξοικείωση μεταξύ των μελών της), γ) Maker Space (σύγχρονο εργαστήριο εξοπλισμένο με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, όπως ψηφιακά μηχανήματα κοπής και επεξεργασίας υλικών, τρισδιάστατους εκτυπωτές και ψηφιακό εξοπλισμό σχεδιασμού) και δ) Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (θα φιλοξενηθεί στο σχολικό συγκρότημα του 2ου Πειραματικού Λυκείου στους Αμπελόκηπους).

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Κανδαράκη, διευθυντή επικοινωνίας του Athens Partnership «η όλη λογική του προγράμματος είναι να γίνονται παρεμβάσεις σε βάθος και στην ουσία της εμπειρίας της μάθησης, όχι επιφανειακές αλλαγές που αφορούν την εμφάνιση των σχολείων. Η πρωτοβουλία ξεκίνησε με μια χορηγία της Coca Cola 3E, που είχε γίνει για τη βαφή και ανακαίνιση ενός σχολείου. Μέσα από την αξιολόγηση εκείνου του προγράμματος, φάνηκε ότι χρειαζόταν κάτι περισσότερο συμμετοχικό και προσαρμοσμένο στις ανάγκες δασκάλων και μαθητών. Από εκεί γεννήθηκε το «Έτσι μαθαίνω καλύτερα». Επελέγησαν 24 σχολεία για να γίνουν αλλαγές αισθητικής φύσεως, που θα είχαν όμως και λειτουργικό σκοπό: να αισθανθούν καλύτερα οι μαθητές και οι δάσκαλοι να μπορέσουν να τους περάσουν πιο συγκεκριμένα αισθήσεις και έννοιες μέσα από την εκπαίδευση. Οπότε, οι παρεμβάσεις αφορούν τόσο τη μεταμόρφωση των σχολείων όσο και τη δημιουργία των εκπαιδότοπων, που αποτελούν κατασκευές οι οποίες αποτυπώνουν στον χώρο την εκπαιδευτική εμπειρία μέσα από το παιχνίδι και κατασκευές με συμμετοχικό χαρακτήρα».

Τα κριτήρια επιλογής των σχολείων του προγράμματος βασίστηκαν στη γεωγραφική τους γειτνίαση, στην -τουλάχιστον ικανοποιητική- κτιριακή τους κατάσταση, στη δεκτικότητα της εκάστοτε εκπαιδευτικής κοινότητας και στην ανάγκη να καλύπτονται όλες οι βαθμίδες. «Επειδή έπρεπε να γίνει η καλύτερη δυνατή χρήση της δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, επενδύσαμε σε κτίρια που βρίσκονταν σε μια μέση κατάσταση και με τη χρηματοδότηση θα μπορούσαν να ανέβουν επίπεδο αντί να ανακατασκευαστούν. Έχουμε καταφέρει να «αγκαλιάσουν» το πρόγραμμα δάσκαλοι και μαθητές και γι’αυτό εξ αρχής επιλέξαμε σχολεία, όπου η κοινότητα έδειξε ότι το αποζητούσε και το ήθελε ως απάντηση σε επιθυμίες και όνειρα για το πώς η σχολική ζωή των παιδιών τους θα γίνει πιο ζωντανή», εξηγεί ο κ. Κανδαράκης.

aithousa-meta-sss
ayli_mprosta-meta-2-ssss
Tα παιδιά «μαθαίνουν καλύτερα» σε 13 σχολικά συγκροτήματα του Δήμου Αθηναίων
aithousa-meta-sss

Για τη Νέλλη Παλαιογιάννη και την Ουρανία Αλτουβά, αμφότερες αρχιτέκτονες μηχανικοί και ερευνήτριες στο Πολυτεχνείο Κρήτης, το πρωτεύον στοιχείο που προκύπτει από το «Έτσι μαθαίνω καλύτερα» είναι η οικειοποίηση του χώρου: «Τα παιδιά νιώθουν το σχολείο δικό τους και εμφανίζονται πιο πρόθυμα να έρθουν σε αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τους εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στο αποτέλεσμα», λέει η πρώτη και αναλύει τα επιμέρους της παρέμβασης στο 130ό Δημοτικό Σχολείο (Πρετεντέρη 20, Κάτω Πατήσια):

«Οι παρεμβάσεις αφήνουν πίσω τους ένα εκπαιδευτικό αποτύπωμα, καθώς γενικά οι κτιριακοί όγκοι των σχολείων είναι μονολιθικοί, το τσιμέντο κυριαρχεί χωρίς να δίνει περαιτέρω ερεθίσματα στα παιδιά στον χώρο της αυλής και η αστική σήμανση είναι τόσο ελλιπής που δύσκολα διακρίνει κανείς ότι πρόκειται για σχολείο. Οπότε, ξεκινήσαμε από τις εισόδους, τις οποίες σηματοδοτήσαμε με κίτρινο χρώμα, προσπαθώντας να εντυπωθεί έντονα πάνω στους κτιριακούς όγκους. Ειδικά για το 130ό Δημοτικό, επελέγησαν τόνοι του πράσινου και του κίτρινου, το οποίο δρα θετικά στην ψυχολογία των παιδιών και τα ενεργοποιεί, σε διαφορετικές αποχρώσεις και στην κλίμακα των παιδιών. Στην αυλή, δημιουργήθηκαν πολλές υποενότητες, που δίνουν στα παιδιά το περιθώριο για ελεύθερη δράση. Προσπαθήσαμε να απευθυνθούμε στις διαφορετικές ηλικιακές ομάδες που δρουν στο σχολείο. Έτσι, ο πίσω χώρος προορίζεται για παιδιά 4ης-6ης Δημοτικού, προκειμένου να αθληθούν ή να καθίσουν στις ξύλινες υποδομές. Αντιθέτως, ο χώρος στο προαύλιο αφέθηκε περισσότερο ελεύθερος και ενισχύθηκε η όψη του».

Από τη διαδικασία, ασφαλώς, δεν έλειψαν τα προβλήματα. Μεγαλύτερο όλων αποδείχθηκε «η αμηχανία στη χρήση της αυλής. Τα παιδιά δεν ήξεραν τι να κάνουν και βαριόντουσαν. Ξαφνικά, έγιναν δραστήρια, απέκτησαν ερεθίσματα, έφτιαξαν ιστορίες και πλέον χρησιμοποιούν τον χώρο ανάλογα με τη φαντασία τους. Συνεπώς, το ζήτημα είναι να δοθούν τα ερεθίσματα κι από εκεί και πέρα, τα παιδιά θα βρουν τον τρόπο να τα χρησιμοποιήσουν. Μετά το παιχνίδι στην αυλή, η διαδικασία του μαθήματος γίνεται πιο ήρεμη, αφού προσέχουν περισσότερο», καταλήγει η Νέλλη Παλαιογιάννη.

Η Ουρανία Αλτουβά στέκεται στην ταχύτητα, με την οποία έγιναν ο σχεδιασμός και η υλοποίηση: «Το πρόγραμμα «έτρεξε» σε πρωτόγνωρα γρήγορους χρόνους, τόσο για τα σχολεία όσο και για εμάς. Μέσα σε 17 μήνες έγινε η έρευνα πεδίου, τέθηκαν οι ενιαίες σχεδιαστικές αρχές, δόθηκε σε κάθε σχολείο ένας δικός του σχεδιαστικός χαρακτήρας και οι παρεμβάσεις έγιναν παράλληλα σε όλα τα σχολικά συγκροτήματα», θυμάται η ίδια.

Αυτά ήταν μονάχα τα πρώτα βήματα. Μετά τις τεχνικές εργασίες, η συνέχεια περιελάμβανε τους Εκπαιδότοπους, των οποίων η μεθοδολογία είχε ήδη αναπτυχθεί στο εργαστήριο Ευφύων Περιβαλλόντων του Πολυτεχνείου Κρήτης. Η λειτουργία τους στηρίζεται σε «μαθητές όλων των ηλικιών, που αναλόγως της εκπαιδευτικής βαθμίδας και σε συνεργασία με τους δασκάλους τους, σκέφτονται και υλοποιούν μαζί μια εκπαιδευτική διαδικασία με διαφορετικό χωρικό αποτύπωμα. Τα παιδιά πειραματίζονται με υλικά, φαντάζονται τον τρισδιάστατο χώρο και, μέσα από τα μαθήματα, τον οικειοποιούνται και τον μεταβιβάζουν στις επόμενες τάξεις», λέει η Ουρανία και αποσαφηνίζει τον ρόλο των αρχιτεκτόνων στη διαδικασία: «Γενικά, εμείς μπορέσαμε να δώσουμε δυνατότητες στους εκπαιδευτικούς να αναβαθμίσουν τη διαδικασία. Οι παράμετροι που χρησιμοποιήθηκαν στο πρόγραμμα ήταν τόσο αρχιτεκτονικές όσο και παιδαγωγικές και προσδιορίστηκαν από κοινού. Η ομάδα μας διαθέτει πλέον την εμπειρία, την τεχνογνωσία, αλλά και τα ευχάριστα σχόλια από όλες τις σχολικές κοινότητες που έχουμε επισκεφθεί».

Όσο για την επόμενη μέρα; Ο λόγος ανήκει και πάλι στον Αλέξανδρο Κανδαράκη: «Θέλουμε πολύ να συνεχιστεί το πρόγραμμα. Είμαστε σε αναζήτηση κι άλλης χρηματοδότησης, πέραν αυτής που προσφέρει το Ίδρυμα Νιάρχος, ώστε να μπορέσει να εξαπλωθεί σε περισσότερα σχολεία που το έχουν ανάγκη».

Γιώργος Κυριακίδης

πηγή

Attachments

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*