Οι προτάσεις της ΠΕΣΣ για το θεσμό των Σχολικών Συμβούλων και για ζητήματα παιδείας

Θέμα: «Προτάσεις της ΠΕΣΣ για ζητήματα εκπαίδευσης και για το θεσμό του Σχολικού Συμβούλου»

Αξιότιμε κ. Υπουργέ Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων,

Σας υποβάλλουμε Υπόμνημα με τις προτάσεις της Πανελλήνιας Ένωσης Σχολικών Συμβούλων (ΠΕΣΣ) για ζητήματα εκπαίδευσης και για το θεσμό του Σχολικού Συμβούλου:

Πριν από 34 χρόνια, με το ν.1304/82, θεσπίσθηκε ο διαχωρισμός της Διοίκησης της Εκπαίδευσης από την παιδαγωγική και επιστημονική εποπτεία, με τη δημιουργία αφενός των Διευθύνσεων και Γραφείων Εκπαίδευσης που θα ασκούσαν τη διοικητική εποπτεία, και του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων που θα ασκούσαν την παιδαγωγική και επιστημονική εποπτεία των εκπαιδευτικών καθώς και (αργότερα) την αξιολόγηση.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια μεγέθυνση της γραφειοκρατικής δομής της εκπαίδευσης και μια αντιστροφή των προτεραιοτήτων στην Εκπαίδευση. Δηλαδή, δίνεται πρωτίστως προτεραιότητα στη Διοίκηση και δευτερευόντως στη μαθησιακή και παιδαγωγική διάστασή της. Τη λογική αυτή επιτείνει ο πρόσφατος Ν.4354 ΦΕΚ 176/16-12- 2015, υποβαθμίζοντας οιονεί τον ρόλο των Σχολικών Συμβούλων, σε ανακολουθία τόσο με τη σημασία του παιδαγωγικού και επιστημονικού τους έργο όσο και με τα υψηλά επιστημονικά τους προσόντα.

Για τη βελτίωση του Θεσμού των Σχολικών Συμβούλων, προς όφελος της εκπαίδευσης, η ΠΕΣΣ τοποθετείται ακροθιγώς στα παρακάτω:

α) Στη γενικότερη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Οι προτάσεις αυτές είναι διαγραμματικού χαρακτήρα και μπορούν να αναλυθούν λεπτομερέστερα.

β) Σε ζητήματα που σχετίζονται με την αποδοτικότερη λειτουργία του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου.

γ) Προτάσεις σχετικά με το πλαίσιο επιλογής στελεχών.

Επισημαίνεται ότι σε ενδεχόμενη διαφορετική προσέγγιση του υπουργείου, η ΠΕΣΣ ζητά τη συμμετοχή της στη διαμόρφωση του νέου πλαισίου.

1. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
1.1. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ

Από τον διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων διοικητικής και παιδαγωγικής-επιστημονικής καθοδήγησης το 1982, μέχρι σήμερα, πολλά δεδομένα έχουν μεταβληθεί, όπως π.χ. η κατάργηση των Γραφείων Εκπαίδευσης, η δημιουργία παράλληλων δομών (υπεύθυνοι προγραμμάτων στις Δ/νσεις Εκπ/σης, Δ/νση ΣΕΠΕΔ κ.ά.). Επιπρόσθετα, τα τελευταία χρόνια, η γραφειοκρατία έχει αυξηθεί σε τεράστιο βαθμό, ενώ η δομή του σχολείου παραμένει αμετάβλητη επί πολλές δεκαετίες και δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού σχολείου, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των περισσοτέρων εκπαιδευτικών και στελεχών εκπαίδευσης.

Τα παραπάνω οδηγούν στην ανάγκη ανασχεδίασης της οργανοδιοικητικής δομής της εκπαίδευσης, με στόχο τη βελτίωση του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου και με βασικές προϋποθέσεις τη διασφάλιση των διακριτών ρόλων διοίκησης και επιστημονικής/παιδαγωγικής καθοδήγησης, τη δομημένη ιεραρχία και το πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας.

1.2. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ένα οργανοδιοικητικό σχήμα, για να μπορέσει να είναι αποδοτικό, θα πρέπει να διαπνέεται από τις εξής βασικές αρχές.

1. Να υπηρετεί την εκπαίδευση, τους εκπαιδευτικούς και την κοινωνία

2. Να είναι σύγχρονο, ρεαλιστικό και λειτουργικό

3. Να είναι αντιγραφειοκρατικό και να συμβάλει στην αποκέντρωση

4. Να καλύπτει τόσο τη διοικητική όσο και την παιδαγωγική διάσταση της
εκπαίδευσης

5. Να διαπνέεται από οικονομία ανθρώπινων και υλικών πόρων χωρίς αυτό να
αποβαίνει εις βάρος της εκπαίδευσης και της κοινωνίας

6. Να εμπιστεύεται και να αξιοποιεί το δυναμικό της εκπαίδευσης

7. Να προβλέπει τους απαραίτητους υποστηρικτικούς μηχανισμούς επιμόρφωσης

8. Να μην έχει εξάρτηση από την πολιτική εξουσία

9. Να προβλέπει σύστημα επιλογής στελεχών σταθερό, αξιοκρατικό, αξιόπιστο έγκυρο
και απαλλαγμένο από μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

1.3. ΠΡΟΤΑΣΗ
1.3.1. Σχολική μονάδα

Η σχολική μονάδα αποτελεί το βασικό εκπαιδευτικό κύτταρο όπου επιτελείται η πρωτογενής παραγωγή εκπαιδευτικού έργου. Απαιτείται ενδυνάμωση της σχολικής μονάδας καθώς και των μελών της, με απόδοση μεγαλύτερης αυτονομίας και περισσότερων αρμοδιοτήτων ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία, λιγότερη γραφειοκρατία και μεγαλύτερη αποδοτικότητα.

Συγκεκριμένα προτείνονται:

1. Εξέταση θέσπισης υποδιευθυντή σε κάθε σχολική μονάδα, λόγω αυξημένων διοικητικών και γραφειοκρατικών ευθυνών των διευθυντών των σχολικών μονάδων.

2. Αξιοποίηση της εμπειρίας των εκπαιδευτικών, που απορρέει από την αρχαιότητα, τις σπουδές και την εμπειρία τους, με τη θέσπιση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων συντονισμού, όπως υπευθύνων τάξης, υπευθύνων διδακτικών αντικειμένων, κλπ. με κατάλληλη μείωση του διδακτικού ωραρίου του εκπαιδευτικού.

3. Οι σχολικές μονάδες της ίδιας βαθμίδας, για κάθε Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα, συνθέτουν ένα συνεργαζόμενο τοπικό σχολικό δίκτυο, για την ανάπτυξη κοινών εκπαιδευτικών δράσεων. Για το λόγο αυτό, ορίζεται ως συντονιστής του τοπικού σχολικού δικτύου ο διευθυντής με τη μεγαλύτερη διευθυντική υπηρεσία.

4. Σε κάθε τοπικό σχολικό δίκτυο, με αρμοδιότητες σε όλα τα σχολεία του δικτύου, τοποθετείται Σχολικός Ψυχολόγος και Κοινωνικός Λειτουργός, κατά τα πρότυπα των ΕΔΕΑΥ, στα συμβούλια των οποίων συμμετέχει και Σχολικός Σύμβουλος.

5. Για την αποτελεσματικότερη παιδαγωγική εποπτεία και καθοδήγηση της Σχολικής Μονάδας, απαιτείται επικαιροποίηση καθηκόντων και αναβάθμιση του ρόλου των Σχολικών Συμβούλων.

1.3.2. Εποπτεία των Σχολικών Μονάδων

Η εποπτεία των σχολικών μονάδων του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών διακρίνεται α) σε Επιστημονική/Παιδαγωγική και β) σε Διοικητική. Σε πρώτο επίπεδο, η εποπτεία των Σχολικών Μονάδων γίνεται σε επίπεδο Διεύθυνσης Εκπαίδευσης, σε δεύτερο επίπεδο, σε επίπεδο Περιφερειακής Διεύθυνσης και, σε τρίτο επίπεδο, Κεντρικά στο Υπουργείο.

1.3.2.1. Σε επίπεδο Διεύθυνσης

Στην κατεύθυνση της παιδαγωγικής εποπτείας:

  • Η παιδαγωγική εποπτεία ασκείται από τους Σχολικούς Συμβούλους. Βελτιωτικές προτάσεις σχετικά με το θεσμό αναφέρονται στη συνέχεια.

Στην κατεύθυνση της διοικητικής εποπτείας:

  •  Επαναπροσδιορίζεται η περιοχή ευθύνης των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, ώστε ο αριθμός των σχολείων ανά Δ/νση να είναι ρεαλιστικός, λαμβανομένης υπόψη και της γεωγραφικής κατανομής των σχολείων.
  • Ανασυγκροτούνται τα Υπηρεσιακά Συμβούλια με τη συμμετοχή Σχολικού Συμβούλου.
  • Σε κάθε Δ/νση Εκπ/σης, θεσπίζεται θέση Υποδιευθυντή Δ/νσης. Ο Υποδιευθυντής Δ/νσης έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όπως την αρμοδιότητα των μαθητικών θεμάτων, και αναπληρώνει τον Δ/ντη Εκπ/σης, όταν αυτός κωλύεται ή απουσιάζει. Η θέση του Υποδιευθυντή Εκπ/σης καλύπτεται με βάση τον αξιολογικό πίνακα επιλογής Δ/ντων Εκπ/σης.

1.3.2.2. Σε επίπεδο Περιφέρειας

Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις ενισχύονται με αύξηση αρμοδιοτήτων, που θα συμβάλλει στην αποκέντρωση.

Συγκεκριμένα:

  • Η Περιφερειακή Διεύθυνση ενισχύεται με μεταφορά αρμοδιοτήτων.
  • Η θέση του Περιφερειακού Διευθυντή θα πρέπει να αποτελέσει θέση εξέλιξης μέσα
  • στην εκπαιδευτική πυραμίδα και η επιλογή να γίνεται με αδιάβλητες και πλήρως
  • αξιοκρατικές διαδικασίες.
  • Στις Περιφερειακές Διευθύνσεις, στις οποίες θα εξακολουθούν να υπάγονται οι
  • Σχολικοί Σύμβουλοι, θα πρέπει να δοθούν επιπρόσθετες αρμοδιότητες, όπως π.χ.:
  • έγκριση διεύρυνσης των Ωρολογίων Προγραμμάτων.
  • Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις θα συντονίζουν το έργο των Σχολικών Συμβούλων.

Ειδικότερα στη Δ.Ε. συντονίζουν το έργο των Σχολικών Συμβούλων της ίδιας ειδικότητας μέσω του Συμβουλίου Ειδικότητας (μη αμειβόμενο), που θεσπίζεται και το οποίο λειτουργεί σε τακτά χρονικά διαστήματα και οπωσδήποτε μία φορά πριν την έναρξη και μια μετά τη λήξη του διδακτικού έτους.

Για τον συντονισμό δράσεων Σχολικών Συμβούλων Π.Ε. και Δ.Ε θεσπίζεται Συντονιστικό Συμβούλιο Π.Ε. και Δ.Ε. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η παιδαγωγική διασύνδεση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις συντονίζουν την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών μέσω των ΠΕΚ, τα οποία υπάγονται στις Διευθύνσεις αυτές. Για την αποτελεσματική και συστηματική υποστήριξη των εκπαιδευτικών απαιτείται αναβάθμιση των ΠΕΚ και μετατροπή τους σε τοπικές σχολές επιμόρφωσης, που θα αποτελούν τον τοπικό βραχίονα της επιμόρφωσης, με την ενεργό και στενή συνεργασία με τους κατά τόπους Σχολικούς Συμβούλους.

2. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΣΜΟ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

Με το νόμο 1304/82, θεσπίσθηκε ο θεσμός των Σχολικών Συμβούλων, με αρμοδιότητα την παιδαγωγική και επιστημονική εποπτεία των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών, ενώ στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης παρέμεινε η αποκλειστική αρμοδιότητα της διοικητικής εποπτείας. Με το Νόμο 1566/85 και ειδικότερα με την Υ.Α. Φ353.1/324/105657/Δ1 (ΦΕΚ 1340/2002), καθορίσθηκαν λεπτομερώς οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των στελεχών εκπαίδευσης, των συλλόγων διδασκόντων και των εκπαιδευτικών της τάξης. Με την υφιστάμενη νομοθεσία και, ειδικότερα, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β της ανωτέρω Υ.Α., οι αρμοδιότητες των Σχολικών Συμβούλων γενικά περιλαμβάνουν:

“Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (προσχολικής αγωγής, ειδικής αγωγής και δημοτικής Εκπαίδευσης) έχουν την ευθύνη της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών μιας περιφέρειας που προσδιορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ενθαρρύνουν κάθε προσπάθεια για επιστημονική έρευνα στο χώρο της Εκπαίδευσης και συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών των σχολείων της περιοχής τους.

2. Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχουν την ευθύνη της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών του αντίστοιχου κλάδου μιας περιφέρειας που προσδιορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ενθαρρύνουν κάθε προσπάθεια για επιστημονική έρευνα στο χώρο της εκπαίδευσης και συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών των σχολείων της περιοχής τους”

Το παραπάνω θεσμικό πλαίσιο περιγράφει αναλυτικά τις αρμοδιότητες του θεσμού και για τη βελτίωση του και για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του, προς όφελος της εκπαίδευσης, η ΠΕΣΣ υποστηρίζει τη διατήρηση του βασικού θεσμικού πλαισίου, που καθορίζεται από τους Ν. 1304/1982, Ν.1566/1985 και Υ.Α. Φ353.1/324/105657/Δ1 (ΦΕΚ 1340/2002) με τις ακόλουθες προτάσεις.

2. 1. Γενικές Προτάσεις ως προς το διοικητικό χαρακτήρα

Στην κατεύθυνση αυτή προτείνονται:

Να θεσμοθετηθούν, σε κάθε Διεύθυνση Εκπαίδευσης, οργανωμένα Γραφεία
Σχολικών Συμβούλων με γραμματεία και την απαραίτητη υλικοτεχνική υποστήριξη. Η γραμματειακή υποστήριξη (με αποσπάσεις εκπαιδευτικών ύστερα από σχετικές προτάσεις του Γραφείου Σχολικών Συμβούλων ή οργανικές θέσεις διοικητικών υπαλλήλων) να παρέχεται μέσω των Περιφερειακών Διευθύνσεων και όχι μέσω των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης.

Σε κάθε Γραφείο ένας εκ των Συμβούλων να ορίζεται ως Συντονιστής Σχολικών Συμβούλων με καθορισμένες διοικητικές και παιδαγωγικές αρμοδιότητες. Η επιλογή να γίνεται με συγκεκριμένα κριτήρια. Η θέση του συντονιστή να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των Σχολικών Συμβούλων.

Στο Γραφείο Συμβούλων να υπάγονται όλες οι τοπικές υποστηρικτικές δομές της εκπαίδευσης, όπως οι Υπεύθυνοι σχολικών δραστηριοτήτων,

ΕΚΦΕ, ΣΣΝ, Παρατηρητήριο Σχολικής Βίας, ΚΕΣΥΠ, ΕΔΕΑΥ, κ.ο.κ., ώστε να γίνονται ολοκληρωμένες και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις, υπό την εποπτεία των Σχολικών Συμβούλων.

Το Γραφείο Σχολικών Συμβούλων να υπάγεται στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης, με άμεσο προϊστάμενο τον Προϊστάμενο ΕΠΚ και, σε επόμενο βαθμό, τον Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης.

Οι Σχολικοί Σύμβουλοι να συνεπικουρούνται στο έργο τους από επιστημονικούς συνεργάτες, με τη δημιουργία δομών ανά γνωστικό αντικείμενο ή ομάδα γνωστικών αντικειμένων, με συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων κατ’ αναλογία προς το υφιστάμενο πρότυπο συνεργασίας Σχολικού Συμβούλου ΠΕ04 – ΕΚΦΕ.

Να επικαιροποιηθούν οι περιφέρειες αρμοδιότητας των Σχολικών Συμβούλων σε ορθολογική βάση ώστε η υλοποίηση των καθηκόντων τους να είναι ρεαλιστική. Η επικαιροποίηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της: α) τον αριθμό των σχολικών μονάδων ευθύνης κάθε Σχολικού Συμβούλου, β) τον αριθμό των υπηρετούντων εκπαιδευτικών και γ) τη γεωγραφική διασπορά των σχολικών μονάδων.

2.2. Προτάσεις ως προς το επιμορφωτικό έργο του Σχολικού Συμβούλου

Σχετικά με το επιμορφωτικό έργο προτείνονται:

Να θεσμοθετηθεί σταθερή και διαρκής επιμόρφωση για τους Σχολικούς
Συμβούλους σε θέματα κυρίως παιδαγωγικά-διδακτικά, με τη θεσμική οργανωτική
συμμετοχή της ΠΕΣΣ.

Όσον αφορά στο έργο του Σχολικού Συμβούλου, σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς,
να θεσμοθετηθεί περιοδική, μόνιμη, πιστοποιημένη επιμόρφωση με συγκεκριμένο – επιστημονικά σχεδιασμένο – περιεχόμενο, βασισμένο στις Αρχές Εκπαίδευσης Ενηλίκων και υπό την αιγίδα του Ι.Ε.Π., η οποία να συνδεθεί με το επιμορφωτικό έργο των Σχολικών Συμβούλων.

Να αξιοποιηθεί η γνώση και η εμπειρία των υπηρετούντων στα ΠΕΚ καθώς και η υλικοτεχνική υποδομή τους. Να αξιοποιούνται, όπου υπάρχουν, οι εγκαταστάσεις και οι υποδομές των ΠΕΚ και να αποτελούν τον βασικό χώρο υλοποίησης της επιμορφωτικής δράσης των Σχολικών Συμβούλων.

Σε κάθε ΠΕΚ, να προΐσταται Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με δύο υποδιευθυντές Σχολικούς Συμβούλους, ένα από κάθε βαθμίδα.

Η εισαγωγική επιμόρφωση μονίμων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών, να υλοποιείται από τους Σχολικούς Συμβούλους, μέσω των ΠΕΚ. Ακόμη και σε περιπτώσεις μεμονωμένων διορισμών (κυρίως αναπληρωτών), πριν ο εκπαιδευτικός αναλάβει διδακτικά καθήκοντα, θα πρέπει να έχει επιμορφωθεί από τον οικείο Σχολικό Σύμβουλο σε ταχύρρυθμο πρόγραμμα. Η τοποθέτησή του σε σχολική μονάδα να γίνεται μετά τη σχετική επιμόρφωση και αφού προηγηθεί σχετικό έγγραφο υπογραφόμενο από τον Σχολικό Σύμβουλο.

Να καθορισθεί ο χρόνος εντός ωραρίου που ο Σχολικός Σύμβουλος θα υλοποιεί βραχύχρονα επιμορφωτικά σεμινάρια/επιμορφωτικές συναντήσεις. Για τις επιμορφωτικές αυτές δράσεις δεν θα απαιτείται έγκριση από την Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Απλά, ο Σχολικός Σύμβουλος θα κοινοποιεί στην Περιφερειακή Διεύθυνση την πρόσκληση που απευθύνει προς τους εκπαιδευτικούς. Έτσι μειώνεται η γραφειοκρατία, χωρίς καμία επίπτωση.

Τα ΠΕΚ θα πρέπει να αποκτήσουν τη δυνατότητα ανάληψης χρηματοδοτούμενων έργων. Με δεδομένο ότι αυτό απαιτεί οργανωμένη οικονομική υπηρεσία, προτείνεται αυτό να γίνεται μέσω των Περιφερειακών Διευθύνσεων, οι οποίες και θα εποπτεύουν τη λειτουργία των ΠΕΚ.

Το ευρύτερο επιμορφωτικό έργο των Σχολικών Συμβούλων να συντονίζεται από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις και τα Τμήματα Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης (βλ. Πρόταση για Περιφερειακές Διευθύνσεις). Για να υπάρχει αποτελεσματικότητα στις επιμορφώσεις, θα πρέπει οι γενικές κατευθύνσεις να δίδονται από το Υπουργείο και το ΙΕΠ προς τις περιφέρειες και από εκεί να κατευθύνονται προς τα γραφεία Σχολικών Συμβούλων και τα ΠΕΚ.

2.3. Προτάσεις ως προς την επιστημονική και παιδαγωγική εποπτεία

Σχετικά με την επιστημονική και παιδαγωγική εποπτεία προτείνονται:

Να δοθεί έμφαση στην παιδαγωγική καθοδήγηση της σχολικής μονάδας. Στην κατεύθυνση αυτή ο Σύμβουλος Παιδαγωγικής Ευθύνης θα σχεδιάζει και θα υλοποιεί, σε συνεργασία με τους Συλλόγους Διδασκόντων, με άλλους Σχολικούς Συμβούλους και με τους υπεύθυνους των υποστηρικτικών δομών, βιωματικές δράσεις σε γενικά παιδαγωγικά θέματα, όπως: σχολικό κλίμα, διαχείριση κρίσεων, σχολική βία, διαφορετικότητα, κοινωνική και πολιτική αγωγή κ.ά. Οι δράσεις αυτές μπορεί να απευθύνονται και σε ομάδα όμορων σχολείων. Κατ’ έτος, για κάθε σχολική μονάδα ή ενότητα σχολικών μονάδων, να έχει υλοποιηθεί τουλάχιστον μία δράση προς αυτή την κατεύθυνση.

Η παιδαγωγική ευθύνη των σχολείων με ιδιαίτερο θεματικό προσανατολισμό (π.χ. μουσικά, εκκλησιαστικά) να ανατίθεται στον Σχολικό Σύμβουλο της ανάλογης ειδικότητας που σχετίζεται με τον ιδιαίτερο θεματικό προσανατολισμό του σχολείου.

Να προβλέπονται επαρκή κονδύλια για την κάλυψη των εκτός έδρας μετακινήσεων των Σχολικών Συμβούλων στα σχολεία. Το πρόβλημα είναι τεράστιο για τους Σχολικούς Συμβούλους της επαρχίας και των νησιωτικών περιοχών. Τα τελευταία χρόνια, πολλοί Σχολικοί Σύμβουλοι καλύπτουν εξ ιδίων τα έξοδα μετακίνησης, ενώ είναι αναγκασμένοι, ακόμη και με τα μειωμένα κονδύλια μετακίνησης, να προπληρώνουν τα έξοδα. Μέχρι να αποζημιωθούν, παρέρχεται μεγάλο χρονικό διάστημα και έχουν δαπανήσει ήδη κι άλλα χρήματα για επόμενες μετακινήσεις.

Ο Σχολικός Σύμβουλος διοργανώνει διδασκαλίες σε σχολικές μονάδες της περιοχής ευθύνης του, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς, τις οποίες παρακολουθούν οι εκπαιδευτικοί της σχολικής μονάδας είτε και άλλων σχολικών μονάδων. Βασικό ρόλο μπορούν να έχουν οι εκπαιδευτικοί των πρότυπων πειραματικών σχολείων. Επιπλέον, ο Σχολικός Σύμβουλος μπορεί να παρακολουθεί διδασκαλίες με σκοπό τη βελτίωση των εκπαιδευτικών πρακτικών αλλά και του παιδαγωγικού κλίματος της
τάξης.

Για περιπτώσεις εκπαιδευτικών που αδυνατούν να παράσχουν στοιχειωδώς
επαρκές εκπαιδευτικό έργο, το υπουργείο οφείλει, σε συνεργασία με στελέχη εκπαίδευσης και ομοσπονδίες (ΠΕΣΣ, Διευθυντές Εκπαίδευσης, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ), να θεσπίσει πρωτόκολλο που θα περιγράφει με σαφήνεια τις απαιτούμενες ενέργειες από πλευράς των συναρμόδιων στελεχών και υπηρεσιών, για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, με θεσμική θωράκιση των εμπλεκόμενων μερών. Θεωρείται αυτονόητο ότι όλες οι προβλεπόμενες ενέργειες θα πρέπει να γίνονται με σεβασμό προς την ανθρώπινη και εκπαιδευτική διάσταση της προσωπικότητας του εκπαιδευτικού, με μόνο στόχο τη βελτίωση καταστάσεων.

2.4. Προτάσεις ως προς την Αξιολόγηση

Είναι γνωστό ότι με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (ΦΕΚ 1340/2002), ο Σχολικός Σύμβουλος “Συμμετέχει στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, όπως ορίζει η κείμενη νομοθεσία. Σκοπός εν γένει της αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης είναι η επισήμανση αδυναμιών και δυσκολιών στην υλοποίηση του εκπαιδευτικού έργου, η παροχή βοήθειας για την αναίρεσή τους, η ενίσχυση πρωτοβουλιών και η δημιουργία θετικών κινήτρων στην εκπαίδευση.” (άρθρο 8, παρ.4).

Επίσης, ο Σχολικός Σύμβουλος έχει αρμοδιότητες στην αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας π.χ. “Στο τέλος της σχολικής χρονιάς γίνεται η αυτοαξιολόγηση, κατά την οποία αξιολογείται ο βαθμός επίτευξης των στόχων που τέθηκαν κατά τον προγραμματισμό και η αποτελεσματικότητα των προγραμματισμένων ενεργειών. Η έκθεση αυτοαξιολόγησης, στην οποία περιλαμβάνονται και οι προτάσεις για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που έχουν διαπιστωθεί, υποβάλλεται μέσω του Διευθυντή του σχολείου στον αρμόδιο Σχολικό Σύμβουλο και στον Προϊστάμενο Γραφείου. Όταν δεν υπάρχει Προϊστάμενος Γραφείου ή έκθεση υποβάλλεται στο Διευθυντή Εκπαίδευσης.” άρθρο 41, παρ.3).

Πάγια θέση της ΠΕΣΣ ήταν και είναι υπέρ ενός θεσμικού πλαισίου αξιολόγησης/αποτίμησης με σκοπό τη βελτίωση του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου, χωρίς κανένα τιμωρητικό χαρακτήρα.

Η ΠΕΣΣ επισημαίνει ότι η θέσπιση και εφαρμογή οποιουδήποτε πλαισίου αξιολόγησης/αποτίμησης οφείλει να συνδέεται με ένα σταθερό σύστημα επιμόρφωσης, η αναγκαιότητα του οποίου είναι ανεξάρτητη από το οποιοδήποτε θεσμικό πλαίσιο αξιολόγησης/αποτίμησης. Στο σύστημα αυτό επιμόρφωσης, βασικό ρόλο θα πρέπει να έχουν οι Σχολικοί Σύμβουλοι.

2.5. Προτάσεις ως προς την αρμοδιότητα ως διαύλου της εκπαιδευτικής πολιτικής

Στην κατεύθυνση αυτή, προτείνεται να δοθεί αρμοδιότητα στον Σχολικό Σύμβουλο:

Στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων των σχολικών μονάδων, να συμμετέχει στην προσαρμογή διαφοροποιημένων Αναλυτικών και Ωρολογίων Προγραμμάτων Σπουδών, όπου απαιτείται.

Να υποστηρίζει τις σχέσεις του σχολείου με την τοπική κοινωνία και τους κοινωνικούς φορείς, σε συνεργασία με το Σύλλογο Διδασκόντων, ενισχύοντας την πολιτική του ανοιχτού σχολείου στην κοινωνία.

Να συμμετέχει σε Επιτροπές Περιφερειακού και επιμέρους Σχολικού Προγραμματισμού, και σε συνεργασία με το Σύλλογο Διδασκόντων να προωθεί την εναρμόνιση των σχέσεων Γονέων-Σχολείου.

Να εγκρίνει την παιδαγωγική διάσταση, των ΕΩΠ, τα προγράμματα σχολικών δραστηριοτήτων, τα προγράμματα ενισχυτικής διδασκαλίας, τα προγράμματα Π.Δ.Σ, τις Βιωματικές Δράσεις και τις Ερευνητικές Εργασίες των εκπαιδευτικών, τις διδακτικές επισκέψεις στο πλαίσιο των μαθημάτων και των προγραμμάτων, καθώς και τις προσκλήσεις ειδικών ομιλητών ή παιδαγωγών στο σχολείο. Να διασφαλιστεί, επίσης, η ενημέρωση και συμμετοχή των Σχολικών Συμβούλων στη διεξαγωγή των πρακτικών ασκήσεων και άλλων προγραμμάτων των Π.Π.Σ.

3. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Σχετικά με το πλαίσιο επιλογής στελεχών, η ΠΕΣΣ πιστεύει ότι:

1. Πρέπει να δημιουργηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο επιλογής σταθερό, αξιόπιστο,
έγκυρο, δίκαιο και αξιοκρατικό, ώστε κάθε εκπαιδευτικός να γνωρίζει τις προϋποθέσεις υπηρεσιακής εξέλιξής του. Για το λόγο αυτό απαιτείται διάλογος με τις Ομοσπονδίες ΟΛΜΕ, ΔΟΕ και ΠΕΣΣ.

Διατάξεις αναδρομικού χαρακτήρα δεν μπορεί να γίνονται δεκτές.

2. Οι βασικές αρχές του πλαισίου αυτού, που δεν θα πρέπει να περιέχει διατάξεις αναδρομικού χαρακτήρα, θα πρέπει να είναι διασφαλίζουν:

Την Επιστημονική και Παιδαγωγική Κατάρτιση των Εκπαιδευτικών, με αποτίμηση όλων των σπουδών, προπτυχιακών και μεταπτυχιακών, επιμορφώσεων, συγγραφικού, επιστημονικού και επιμορφωτικού έργου με δίκαιη αναλογική αποτίμηση κάθε επιμέρους στοιχείου. Το πεδίο αυτό θα πρέπει να έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνολική μοριοδότηση, σε ποσοστό όχι μικρότερο του 50%. Η αποτίμηση του επιστημονικού και του συγγραφικού έργου θα πρέπει να γίνεται από αρμόδια επιτροπή Πανεπιστημιακών, είτε Συμβούλων Α ́ του ΙΕΠ.

Την εμπειρία που έχει αποκτηθεί από την αρχαιότητα και κυρίως από την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, με αποτίμηση ανάλογη της σημαντικότητας της θέσης και της εξ αυτής απορρέουσας ευθύνης, σε ποσοστό, τουλάχιστον, 30%.

Την αποτίμηση της προσωπικότητας του εκπαιδευτικού μέσα από αδιάβλητη δομημένη, σε συγκεκριμένους άξονες συνέντευξη η οποία πρέπει να προηγείται κάθε άλλης διαδικασίας και να προσμετράται σε ποσοστό 20%.

Πηγή

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*