Ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια: μία αναγκαιότητα στον πάγκο του Προκρούστη

Ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια: μία αναγκαιότητα στον πάγκο του Προκρούστη

Η αλλαγή πολιτικής προδίδει την επιθυμία της κ. Κεραμέως να μειώσει τον φοιτητικό πληθυσμό στα δημόσια Πανεπιστήμια, να αφήσει χιλιάδες νέους εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ώστε να προκληθεί από την ίδια την Πολιτεία η ανάγκη ίδρυσης των ιδιωτικών Πανεπιστημίων…

Μέσα στο κατακαλόκαιρο η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (το Ερευνας μας τελείωσε) αποφάσισε να δείξει από την αρχή τη στόχευσή της σχετικά με το τι προέχει να γίνει στην παιδεία, αφενός καταργώντας το άσυλο στα Πανεπιστήμια για να χτυπήσει δήθεν την ανομία, ενώ γνωρίζει ότι το υπάρχον νομικό πλαίσιο προβλέπει ξεκάθαρα την αντιμετώπιση αξιόποινων πράξεων, και αφετέρου ξηλώνοντας χωρίς σκέψη μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης πολιτικής ηγεσίας με θετικό κοινωνικό πρόσημο, μεταρρυθμίσεις που έτυχαν ευρείας υποστήριξης και δεν προκάλεσαν την αντίδραση κανενός φορέα ή κοινωνικής ομάδας όταν νομοθετήθηκαν, όπως τα διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και η δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στα Πανεπιστήμια.

Σε αυτό το άρθρο το επίκεντρο είναι η αναγκαιότητα της ελεύθερης πρόσβασης.

Η κ. Κεραμέως σε τηλεοπτική συνέντευξή της ανέφερε αυτολεξεί: «Διαφωνούμε με την κατηγοριοποίηση των σχολών σε υψηλού και χαμηλού κύρους, αλλά και με το γεγονός ότι τα παιδιά καλούνται να μαντέψουν τον Οκτώβριο ποιες είναι οι δέκα σχολές στις οποίες μπορεί ενδεχομένως να μπει κανείς ελεύθερα και δεν θεωρούμε ότι αυτό είναι μια σωστή διαδικασία».

Πριν απαντήσει κάποιος σε αυτήν την άστοχη αναφορά της κ. Κεραμέως περί σχολών υψηλού ή χαμηλού κύρους ή περί μαντικών/τζογαδόρικων ικανοτήτων των μαθητών, θα ήταν σκόπιμο να ειπωθεί γιατί είναι χρήσιμη και αναγκαία η ελεύθερη πρόσβαση.

Η ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια αποτελεί κατάκτηση πολλών χρόνων για αρκετές από τις βασικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Σε πρόσφατη μελέτη του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων (ΕΟΕ) περί Ευρωπαϊκών Εξεταστικών Συστημάτων του 2016 αποκαλύπτεται ότι η πρόσβαση στα ΑΕΙ καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις επιδόσεις των μαθητών στο απολυτήριο και πολλές φορές βασίζεται αποκλειστικά σε αυτές, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις Γαλλία, Αυστρία, Σλοβακία, Αγγλία κ.ο.κ.

Στις περισσότερες χώρες η πρόσβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με το απολυτήριο και στις σχολές υψηλής ζήτησης (και όχι υψηλού κύρους) απαιτείται άλλη μία διαδικασία, όπως οι επιπλέον εξετάσεις. Είναι κατανοητό ότι υπάρχει η ανησυχία από καλοπροαίρετους πολίτες, εκπαιδευτικούς και πανεπιστημιακούς ότι το απολυτήριο που δίνει το Λύκειο σήμερα δεν αποτελεί εχέγγυο για την απόκτηση κατάλληλου γνωστικού υποβάθρου που θα επιτρέψει την είσοδο σε πανεπιστημιακό τμήμα με τα κατάλληλα εφόδια.

Η πλήρης απαξίωση του Λυκείου, η ανυποληψία του απολυτηρίου, η ανυπαρξία της Γ’ Λυκείου απασχόλησαν αρκετά την προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, η οποία στον ν. 4610/2019 εισήγαγε τον θεσμό των ενδοσχολικών απολυτήριων εξετάσεων σε επίπεδο ομάδας σχολείων για να ενισχύσει την αξιοπιστία του απολυτηρίου και απάλλαξε την Γ’ Λυκείου από τα μαθήματα γενικής παιδείας, τα οποία κατά γενική ομολογία των μάχιμων καθηγητών είναι η ώρα του παιδιού.

Επίσης, η ενίσχυση των βασικών μαθημάτων των ομάδων προσανατολισμού με έξι ώρες την εβδομάδα δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα στον απαξιωμένο εκπαιδευτικό του σχολείου να έχει ίσως και πρωτεύοντα ρόλο σε σύγκριση με τον φροντιστή, τουλάχιστον από πλευράς άνεσης χρόνου για τη διδασκαλία των δύσκολων τμημάτων της ύλης.

Η στρατηγική των τριών κύριων αλλαγών, δηλαδή της επικεντρωμένης Γ’ Λυκείου στα τέσσερα μαθήματα, των σοβαρών ενδοσχολικών εξετάσεων που θα έχουν διαγνωστικό χαρακτήρα του γνωστικού υποβάθρου των μαθητών για την ανάκτηση της αξιοπιστίας του απολυτηρίου και η εισαγωγή της ελεύθερης πρόσβασης στα τμήματα χαμηλής ζήτησης ήταν μία από τις πιο ελπιδοφόρες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του κύρους του σχολείου και την αποδραματοποίηση της εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο.

Το ευρωπαϊκό κεκτημένο της ελεύθερης πρόσβασης για πρώτη φορά θα εφαρμοζόταν στην Ελλάδα μετά από πολλά χρόνια συζήτησης και ατελέσφορων προτάσεων μέσω της πολύ απλής και καθαρής πρότασης της προκαταρκτικής δήλωσης των μαθητών της Γ’ Λυκείου τον προσεχή Οκτώβριο, μέσω της οποίας θα διαφαίνονταν τα τμήματα χαμηλής και υψηλής ζήτησης (και όχι κύρους) με βάση τις προτιμήσεις τους (και όχι τις μαντικές τους ικανότητες) και άρα ποια τμήματα μπορούν να ανοίξουν τις πύλες τους στους μαθητές χωρίς τη βάσανο των πανελλαδικών εξετάσεων.

Δυστυχώς ξηλώθηκε εμφατικά πριν καν εφαρμοστεί. Γιατί άραγε; Τι θα πείραζε την κ. Κεραμέως αν ένας μαθητής που μένει σε μία επαρχιακή πόλη (π.χ. στα Γρεβενά ή στη Σάμο), όπου η ζήτηση στα τοπικά τμήματα είναι χαμηλή όχι λόγω κύρους αλλά λόγω μεγάλης απόστασης από κεντρικές πόλεις όπως η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη, μπορούσε χωρίς άγχος και γιατί όχι και χωρίς φροντιστήρια να σπουδάσει στην πόλη του μπαίνοντας μόνο με το απολυτήριο σε ένα από τα τμήματα της περιοχής του;

Τι προτείνει αντ’ αυτού η κ. Κεραμέως; Προτείνει οριζόντια ελάχιστη βάση εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, αυξημένη βάση εισαγωγής την οποία, αν επιθυμούν, θα θέτουν τα ίδια τα τμήματα στο πλαίσιο του αυτοδιοίκητου και ο αριθμός των εισακτέων να καθορίζεται από τα ίδια τα τμήματα, που χρηματοδοτούνται όμως από την Πολιτεία και άρα θα έπρεπε η τελευταία να έχει λόγο στον αριθμό των εισακτέων.

Η πρώτη εύλογη απάντηση για την αλλαγή πολιτικής είναι η επιθυμία της κ. Κεραμέως να μειώσει τον φοιτητικό πληθυσμό στα δημόσια Πανεπιστήμια, να αφήσει χιλιάδες νέους εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ώστε να προκληθεί από την ίδια την Πολιτεία η ανάγκη ίδρυσης των ιδιωτικών Πανεπιστημίων σε εύθετο χρόνο, όταν και αν επιτραπεί η ίδρυσή τους συνταγματικά. Πέρα από την προφανή αυτή στόχευση οι προτάσεις της νέας ηγεσίας αντανακλούν προχειρότητα και έλλειψη γνώσης.

Σε όλο τον κόσμο που ζει στον παλμό των πανελλαδικών εξετάσεων κάθε χρόνο είναι γνωστό ότι οι πανελλαδικές δεν είναι εξετάσεις διαγνωστικού χαρακτήρα, αλλά εξετάσεις διαγωνιστικού χαρακτήρα, εξ ου και το ανεβοκατέβασμα των βάσεων σε συνάρτηση με τη δυσκολία των θεμάτων. Θυμάμαι ως μαθητής που διαγωνίστηκα το 1993 στη Φυσική ότι το 90% των μαθητών έπεσε κάτω από τη βάση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το 90% των μαθητών δεν ήταν άξιο να σπουδάσει. Ή μήπως δεν συμφωνεί με αυτή τη διαπίστωση η κ. Κεραμέως;

*Αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μέλος της ομάδας που επεξεργάστηκε το σύστημα εισαγωγής με ελεύθερη πρόσβαση (ν. 4610/2019)

1 σχόλιο

  1. Αθανάσιος Αναλατος

    Αν η πρόσβαση γίνει ελεύθερη το 50% των μαθητων θα κάνει εγγραφή στην Ιατρική Αθήνας και στο μηχανικών υπολογιστών στο ΕΜΠ.μετα…..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *