Οι περιορισμοί στα κινητά βρίσκουν ευρεία αποδοχή, όμως οι εκπαιδευτικοί ζητούν παράλληλα ενημέρωση, πρόληψη και ψηφιακή αγωγή
Έρευνα σε 342 εκπαιδευτικούς καταγράφει οφέλη από τους περιορισμούς στα κινητά, αλλά και ανάγκη για ψηφιακή αγωγή.
Θετική εικόνα για τα αποτελέσματα της απαγόρευσης χρήσης κινητών τηλεφώνων στα σχολεία καταγράφει έρευνα σε περισσότερους από 340 εκπαιδευτικούς από όλη την Ελλάδα, χωρίς όμως να λείπουν οι επιφυλάξεις για τις δυσκολίες εφαρμογής και τις επιπτώσεις στους μαθητές.
Την έρευνα πραγματοποίησε η πρωτοβουλία «Live Without Bullying» του ΚΜΟΠ – Κέντρου Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας, σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Ασφαλούς Διαδικτύου (SaferInternet4Kids) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ).
Οι 342 εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν ήταν στην πλειονότητά τους γυναίκες ηλικίας 46-55 ετών και εργάζονταν σε δημόσια δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια σε όλη τη χώρα.
Η έρευνα εξέτασε την εφαρμογή και τον αντίκτυπο του μέτρου για τα κινητά, που ισχύει τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και τις προτάσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας για την πρόληψη και την υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας.
Λιγότεροι περισπασμοί μέσα στην τάξη
Περισσότεροι από δύο στους τρεις εκπαιδευτικούς δηλώνουν ότι η απαγόρευση εφαρμόζεται σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στο σχολείο τους.
Το 73,1% παρατηρεί λιγότερους περισπασμούς στη διάρκεια του μαθήματος, ενώ το 60,2% διαπιστώνει βελτίωση στην πειθαρχία και την οργάνωση της τάξης.
Παράλληλα, το 55,9% θεωρεί ότι έχει αυξηθεί η δια ζώσης επικοινωνία μεταξύ μαθητών και μαθητριών και το 49,7% εκτιμά ότι έχει ενισχυθεί η προσοχή ή η συμμετοχή στο μάθημα.
Η εφαρμογή του μέτρου, πάντως, εξακολουθεί να παρουσιάζει δυσκολίες. Το 81,3% αναφέρει ότι οι αντιδράσεις των μαθητών διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την ηλικία, ενώ το 75,7% εκτιμά ότι πολλά παιδιά δυσκολεύονται να αποχωριστούν το κινητό τους κατά τη σχολική ημέρα.
Για το 87,1% των εκπαιδευτικών, η εξάρτηση των μαθητών από τα κινητά αποτελεί βασικό εμπόδιο στην εφαρμογή του μέτρου.
Σχεδόν έξι στους δέκα, ποσοστό 59,9%, έχουν επίσης παρατηρήσει ενδείξεις ψυχολογικής επιβάρυνσης μετά την εφαρμογή του, όπως αυξημένο άγχος και δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση.
Το 66,7% θεωρεί ότι αρκετοί γονείς δυσκολεύονται να στηρίξουν την απαγόρευση, ενώ το 57% αναγνωρίζει προβλήματα και για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς στην καθημερινή εφαρμογή και παρακολούθησή της.
«Δεν αρκεί η απαγόρευση»
Κεντρικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι οι περιορισμοί στα κινητά δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά χωρίς παράλληλες παρεμβάσεις πρόληψης και εκπαίδευσης.
Το 93,6% των συμμετεχόντων θεωρεί απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα, όπως εκπαίδευση για υπεύθυνη χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών, εναλλακτικές δραστηριότητες στο σχολείο και στενότερη συνεργασία με τους γονείς.
Αντίστοιχα, το 89,2% υποστηρίζει ότι κάθε περιοριστικό μέτρο πρέπει να συνοδεύεται από εκπαίδευση για την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση των κινητών.
Η έρευνα εξετάζει και την πρόταση EU KIDS Act της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο. Η πρόταση προβλέπει απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 13 ετών, περιορισμένη πρόσβαση για τις ηλικίες 13-15 ετών και δυνατότητα δημιουργίας προσωπικού λογαριασμού από την ηλικία των 15 ετών.
Στην έρευνα του ΚΜΟΠ και του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου, το 84,2% των εκπαιδευτικών θεωρεί ότι μια γενική απαγόρευση χρήσης social media από παιδιά θα μπορούσε να συμβάλει θετικά στην προστασία τους.
Εννιά στους δέκα ζητούν περισσότερη ενημέρωση και εκπαίδευση παιδιών και γονέων για τους κινδύνους της αλόγιστης χρήσης του διαδικτύου. Το 78,1% υποστηρίζει την ενίσχυση των εργαλείων γονικού ελέγχου και αυστηρούς μηχανισμούς επιβεβαίωσης ηλικίας, ενώ το 60,8% προτείνει να ζητείται ανατροφοδότηση από τους ίδιους τους εφήβους για την αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Τορρένς: Ευρωπαϊκή προτεραιότητα η προστασία των παιδιών
Η δρ Αντωνία Τορρένς, γενική διευθύντρια του ΚΜΟΠ και πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Οικογενειακών Οργανώσεων της Ευρώπης (COFACE Families Europe), επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ:
«Η πανευρωπαϊκή κινητοποίηση για την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο είναι αναγκαία, καθώς οι κίνδυνοι έχουν πλέον γίνει πολυδιάστατοι: από τον κυβερνοεκφοβισμό, την έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο και την παραπληροφόρηση, έως την κοινωνική σύγκριση, την πίεση της αποδοχής, την υπερβολική χρήση και την εκμετάλλευση προσωπικών δεδομένων. Η προστασία των παιδιών αποτελεί πλέον σαφή ευρωπαϊκή προτεραιότητα».
Η κ. Τορρένς συμμετείχε στην ειδική ομάδα που συγκάλεσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παροχή συμβουλών προς την Κομισιόν σχετικά με την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο, καθώς και τους κινδύνους και τα οφέλη από τη χρήση social media και άλλων διαδικτυακών δραστηριοτήτων.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι οι απαγορεύσεις δεν αρκούν:
«Χρειάζεται ένας συνδυασμός σαφών περιορισμών και υποχρεώσεων για τις μεγάλες πλατφόρμες, όπως τα νέα μέτρα που δρομολογούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και ουσιαστικές παρεμβάσεις της Πολιτείας, ψηφιακή αγωγή στο σχολείο, εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών και κυρίως υπεύθυνη στάση και καλό παράδειγμα από όλους τους ενήλικες».
Όπως εξηγεί, «δεν μπορούμε να ζητάμε από τα παιδιά να αποσυνδεθούν, όταν οι ίδιοι οι ενήλικες αδυνατούμε να τους δείξουμε πώς να συνδεόμαστε με μέτρο».
Και προσθέτει ότι «τα παιδιά χρειάζονται επίσης ελκυστικές εναλλακτικές δραστηριότητες, ουσιαστική κοινωνική επαφή και ευκαιρίες να αναπτύξουν αυτορρύθμιση και κριτική σκέψη. Στόχος δεν είναι απλώς να προστατεύσουμε τα παιδιά από τον ψηφιακό κόσμο, αλλά να τα ενδυναμώσουμε, ώστε να μπορούν να ζουν με ασφάλεια και υπευθυνότητα μέσα σε αυτόν».
Από την πλευρά της, η δρ Παρασκευή Φραγκοπούλου, συντονίστρια του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου του Ινστιτούτου Πληροφορικής του ΙΤΕ, σημειώνει:
«η έρευνα δείχνει ότι οι εκπαιδευτικοί στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τα υπάρχοντα μέτρα. Όμως, το μήνυμά τους προς την Πολιτεία είναι εξίσου σαφές: οι περιορισμοί δεν αρκούν χωρίς σταθερές και συστηματικές παρεμβάσεις. Χρειαζόμαστε περισσότερη εκπαίδευση για την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, ουσιαστική ενημέρωση παιδιών και γονέων και μια συνεκτική πολιτική ψηφιακής αγωγής που θα δίνει στα παιδιά όχι μόνο όρια, αλλά και τις δεξιότητες για να διαχειρίζονται υπεύθυνα την ψηφιακή τους ζωή».
Στις συστάσεις της έρευνας περιλαμβάνονται η ενίσχυση του ψηφιακού αλφαβητισμού, η συστηματική ενημέρωση και υποστήριξη γονέων και φροντιστών, η διαφοροποίηση των μέτρων ανά ηλικιακή ομάδα και η ανάπτυξη δημιουργικών δραστηριοτήτων στο σχολικό περιβάλλον.
Προτείνονται ακόμη παιχνίδια και δραστηριότητες επαφής με τη φύση που ενισχύουν την κοινωνική αλληλεπίδραση, καθώς και η ενσωμάτωση της ψυχολογικής υποστήριξης μαθητών και γονέων ως θεσμικού στοιχείου.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
