Η λογοτεχνική πορεία του Νίκου Καζαντζάκη και η κριτική της πρόσληψη

Η λογοτεχνική πορεία του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957) υπήρξε μακρά και περίπλοκη.

Στις ποικίλες φάσεις της συγγραφικής του παρουσίας καλλιέργησε την ποίηση, τη φιλοσοφική μελέτη, τη θεατρική γραφή, το ταξιδιωτικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, τη μεταφρασμένη ποίηση, τη μυθοπλαστική πεζογραφία.

Αρκετά γνωστός στο φιλολογικό πεδίο από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα: η Άλκης Θρύλος δημοσιεύει μία εκτενή μελέτη για τον Πρωτομάστορα στον Νουμά τού 1916, ο Κώστας Βάρναλης γράφει για την τραγωδία Χριστός στην Αναγέννηση του 1928 (στο ίδιο περιοδικό, που διηύθυνε ο Δημήτρης Γληνός, είχε δημοσιεύσει ο Καζαντζάκης την Ασκητική), ενώ ο επιφανής και ως κριτικός Κωστής Παλαμάς δεν παρέλειψε να κρίνει θετικά (εφ. Ελεύθερος Λόγος, 23-2-1925) και την τραγωδία Οδυσσέας, την οποία είχε δημοσιεύσει ο Καζαντζάκης στην αλεξανδρινή Νέα Ζωή με το ψευδώνυμο Α. Γερανός.

Ο Καζαντζάκης στον Οδυσσέα ως «μόνο του πρόλογο», όπως και ο Παλαμάς επισημαίνει, θέτει ότι «το έργο τούτο δε γράφτηκε καθόλου για το θέατρο». Η φράση υποδεικνύει και τις αναζητήσεις του Καζαντζάκη στο πολυποίκιλο πεδίο των ειδών λογοτεχνικής έκφρασης: γράφει μία τραγωδία, που προγραμματικά δεν φτιάχτηκε για θεατρική απόδοση, αλλά περισσότερο λειτουργεί ως φιλοσοφική και ποιητική δυναμική (ο Παλαμάς επαινεί τον ενδεκασύλλαβο στίχο του έργου).

Η αλήθεια είναι ότι από τα πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσιευμένα έργα του Καζαντζάκη και με όρους γενικότερης πρόσληψης και αποδοχής, που υπερβαίνουν το στενό πλαίσιο της φιλολογικής επικαιρότητας, ξεχώρισαν η Ασκητική (1927) και η Οδύσσεια (1938): η πρώτη δεν είναι έργο μυθοπλαστικό.

Η λογοτεχνίζουσα γλώσσα της απλώς ενδύει τη φιλοσοφική-δοκιμιακή φόρτιση του κειμένου. Η Οδύσσεια, το τεράστιο σε όγκο και σε φιλοσοφική συμπύκνωση ποίημα που δίχασε την κριτική, διακρίνεται για το γλωσσικό και ιδεολογικό της πλούτο, αλλά μάλλον υστερεί από πλευράς ρυθμικής ανάσας, παρότι ο δημιουργός θεωρούσε ότι ήταν το πλέον σημαντικό από τα έργα του. Είναι συνηθισμένο, πάντως, στο λογοτεχνικό χώρο, άλλο έργο ο συγγραφέας να θεωρεί ως το υψηλότερο της παραγωγής του και άλλο (ή άλλα) οι αναγνώστες και οι μελετητές να δέχονται ως κορυφαίο του.

Το μυθιστόρημα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946) εγκαινιάζει τη σειρά των επτά αφηγηματικών κειμένων, τα οποία ο Καζαντζάκης έγραψε προς το τέλος του βίου του και διαδόθηκαν πλατιά. Ακολούθησαν Ο Καπετάν Μιχάλης (1953), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1954), Ο τελευταίος πειρασμός (1955), Ο φτωχούλης του Θεού (1956), η Αναφορά στο Γκρέκο (1961), Οι αδερφοφάδες (1963).

Ο Καζαντζάκης επιζητούσε με πάθος να βρει υπαρξιακό έρμα, αλλά η εσώτερη φλόγα του ήταν τόσο ισχυρή, ώστε έκαιγε τα οράματα Οι φιλοσοφικές, θεοσοφικές και βιοθεωρητικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν κατά καιρούς σε βαθύτατους επηρεασμούς από σημαντικούς φιλοσόφους (από Μπερξόν έως και Νίτσε) και στην πρόσκαιρη αποδοχή μεσσιανικών κοσμοθεωριών (π.χ. χριστιανισμός, κομμουνισμός, βουδισμός), που ουσιαστικά πρέσβευαν ότι με την επικράτησή τους θα έλυναν και το πρόβλημα της υπαρξιακής περιπέτειας.

Μέσα από ποικίλες εναγώνιες αναζητήσεις δεν αποστασιοποιήθηκε από ορισμένες ιδεολογικές σταθερές (π.χ. υπεροχή του συναισθήματος έναντι της λογικής, παντοδυναμία βαθύτερων ενστίκτων που γκρεμίζουν τις ηθικές αξίες κ.ά.), αλλά απέληξε σε ένα προσωπικό είδος μηδενισμού, ταυτίζοντας την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου με την εκδίωξη κάθε φόβου, κάθε ελπίδας, κάθε μεσσιανικού οράματος («δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος»).

Αυτή η υπαρξιακή-ιδεολογική θέση είναι ουσιαστικά διαμορφωμένη ήδη από την Ασκητική. Προσφυώς ο Βασίλης Λαούρδας εκτίμησε ήδη από το 1943 ότι η «Οδύσσεια του Καζαντζάκη είναι η Ασκητική του με τη μορφή καλλιτεχνήματος» (βλ. Φιλολογικά Δοκίμια, Εκδόσεις Διαγωνίου 1977, σελ. 11).

Η συγκεκριμένη παρατήρηση μπορεί εν μέρει να μας εισαγάγει στον προβληματισμό για την ποικιλία των ειδών λογοτεχνικής έκφρασης, από τα οποία πέρασε ο Καζαντζάκης.

Μας δίδεται η αίσθηση ότι ο συγγραφέας έψαξε, αναθεώρησε, πειραματίστηκε, δηλαδή ουσιαστικά προετοιμάστηκε, επί δεκαετίες, ώστε να απολήξει σε ένα προσωπικό μείγμα, τεχνοτροπικό και μυθοπλαστικό, το οποίο λογοτεχνικά τον απογείωσε.

Τα επτά τελευταία μυθιστορήματα του Καζαντζάκη αναχωνεύουν δημιουργικά ικανά στοιχεία της λογοτεχνικής μας παράδοσης: ρεαλιστικό πλαίσιο, ηθογραφική δυναμική, νατουραλιστικές επιρροές.

Ριζώνουν σε μία γλώσσα προσωπική, αλλά υποβλητική, που καταφέρνει να συνδυάσει εκφράσεις του κρητικού ιδιώματος και απόηχους του «ηρωικού» δημοτικισμού με γλωσσοπλαστικές εκτινάξεις. Είναι παραδοσιακά από αφηγηματικής-δομικής πλευράς ως προς το ότι τα κεφάλαιά τους διέπονται από λογική αλληλουχία, επιβαλλόμενη από την εκάστοτε μυθοπλαστική συνθήκη, χωρίς οι διασπάσεις του αφηγηματικού χρόνου να είναι περίπλοκες.

Από θεματικής πλευράς κινούνται σε επίπεδο καθορισμένο και από ιστορικά στοιχεία (Ο Καπετάν Μιχάλης) ή και από ιστορικώς φορτισμένα θεολογικά δρώμενα (Ο τελευταίος πειρασμός, Ο φτωχούλης του Θεού), δεν απομακρύνονται από το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, διανθισμένο με αναζητήσεις διαχρονικού χαρακτήρα (Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται), ενίοτε συνδέονται ευκρινώς με ιστορικές συνθήκες άμεσης επικαιρότητας αλλά διαχρονικού ενδιαφέροντος (Οι αδερφοφάδες καθρεφτίζουν τον αιματηρό ελληνικό εμφύλιο, στο χρονικό πλαίσιο του οποίου και γράφτηκαν), ενώ εκτείνονται έως και την περιοχή της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας (Αναφορά στο Γκρέκο).

Συγκροτούν εμφανώς τα λογοτεχνικώς κορυφαία έργα του δημιουργού, που διαβάστηκαν και διαβάζονται πολύ, εδραίωσαν τη θέση του Καζαντζάκη στο λογοτεχνικό κανόνα και στην αναγνωστική μας συνείδηση, μεταφράστηκαν και τον έκαναν ιδιαίτερα γνωστό στο εξωτερικό.

Το τελευταίο δεν συνέβη μόνο, επειδή τα συγκεκριμένα έργα διακρίνονται από ένα νεοελληνικό φολκλόρ και ανταποκρίνονται στις αναζητήσεις των ξένων αναγνωστών για εξωτικούς κόσμους, αλλά και επειδή, χωρίς τα κείμενα να απεμπολούν τη νεοελληνική ιθαγένεια, καταφέρνουν να ενσωματώσουν στην ελκυστική μυθοπλασία τους υπαρξιακούς αναπαλμούς και φιλοσοφικές προεκτάσεις διαχρονικού και υπερτοπικού χαρακτήρα.

Σε αυτά τα έργα του Καζαντζάκη καθώς και στην ποίηση του Καβάφη (οι δυο τους είναι οι γνωστότεροι λογοτέχνες μας εκτός Ελλάδος) συμβαίνει το εξής: συνδυάζεται η αίσθηση της ελληνικής ταυτότητας (ο Καβάφης, παρά τα περί του αντιθέτου από ορισμένους υποστηριζόμενα, είναι από τους πλέον ελληνοκεντρικούς ποιητές μας) με υπαρξιακά στοιχεία, που λειτουργούν με όρους διεθνισμού και διαχρονίας, ώστε να νιώθουμε ότι τα κείμενα έχουν να πουν πράγματα και για τη ζωή μας σήμερα, όπου και αν ζούμε, όποιαν εθνοτική ταυτότητα και αν έχουμε.

Αυτό είναι το κομβικό σημείο ως προς το οποίο κρίνεται η ουσιώδης λογοτεχνική αξία.

Και ενώ στην Ελλάδα ο Καβάφης έχει καθολικά αναγνωριστεί, ο Καζαντζάκης παραμένει για ορισμένους σημείο αμφιλεγόμενο.

Πάντως, οι συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει, ώστε όχι μόνο οι φιλόλογοι αλλά και γενικότερα οι αναγνώστες να εγκύψουν νηφάλια στο καζαντζακικό έργο, ξεπερνώντας τη χονδροειδή διελκυστίνδα, στη μία άκρη της οποίας βρίσκονται οι φανατικοί χριστιανοί και οι τιμητές της ηθικής που αδικούν τον συγγραφέα κατάφωρα και στην άλλη άκρη δραστηριοποιούνται οι υπερβολικά ενθουσιώδεις υποστηρικτές του, που άκριτα υπερτιμούν και τις αδύνατες πλευρές ενός πολυδαίδαλου έργου.

Όχι ασήμαντοι κριτικοί τον αρνήθηκαν, ορισμένοι πανεπιστημιακοί φιλόλογοι τον αγνόησαν.

Και όμως . τα κορυφαία έργα του διαβάζονται με αδιάπτωτο ενδιαφέρον, παρέχουν γόνιμο έδαφος κριτικών και φιλολογικών αναζητήσεων, είχαν και έχουν πολλαπλή απήχηση, και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να προσπεράσουμε αβασάνιστα. 

πηγή

Απάντηση